Τέλος ας αναλογιστούμε το εξής: Αν υπάρχει έκρηξη οργής, ύβρεις και κατάρες από τους οικείους του δολοφονηθέντος, όταν κάποιοι από τους κατηγορούμενους μειδιάσουν, τότε τι θα έπρεπε να κάνουν οι γονείς των δυο παιδιών, που άκουγαν μια συμμορία ελεεινών και τρισάθλιων να φωνάζουν στη μέση του δρόμου την επομένη της δολοφονίας των παιδιών τους, «….. δεν φθάνουν μόνο δυο, όλοι οι Ναζί στο νεκροτομείο».
Αντικειμενικά, είναι το πώς έχει ο καθένας το σθένος και την ικανότητα να διαχειρίζεται τον πόνο του για την απώλεια, που έγινε κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Γράφει ο Νικόλαος Παπαδιονυσίου
Το έχουμε επαναλάβει πολλές φορές, ότι είναι απόλυτα σεβαστός ο πόνος μιας μάνας που έχασε το παιδί της, πόσο μάλλον όταν αυτό χάθηκε άδικα. Η ανθρώπινη θλίψη, είναι ιερή και δεν έχει κανείς δικαίωμα να την υποτιμά ή να τη χλευάζει. Μακάρι εκείνο το μοιραίο βράδυ, να μην είχε συμβεί τίποτα περισσότερο, από ένα απλό διαπληκτισμό ή λογομαχία και να μην είχε ξεψυχήσει, ένας νέος άνθρωπος.
Η θλίψη όμως και ο πόνος, μπορεί πολλές φορές να οδηγήσουν σε συμπεριφορά που υπερβαίνει τα όρια. Μπορεί να καταλήξουν στην εκστόμιση εκφράσεων που δημιουργούν έκρυθμες καταστάσεις και μπορούν να επιφέρουν μεγαλύτερο κακό.
Το ότι κάποιος που κινείται σ’ ένα πολιτικό χώρο, διέπραξε μια εγκληματική πράξη, το ότι βύθισε μια οικογένεια στο πένθος, αυτό δεν αιτιολογεί σε καμία περίπτωση η οικογένεια να προβάλλει τον ειλικρινή πόνο της ως αναμφισβήτητο επιχείρημα, ως αξίωμα, για ιδεολογικό πογκρόμ και για απαγχονισμό ή αποκεφαλισμό άνευ δίκης, καθενός που δικαιωματικά και βάσει συντάγματος ανήκει σ’ ένα νόμιμο πολιτικό χώρο, που συμπτωματικά ταυτίζεται με αυτό του θύτη.
Δεν είναι δυνατό λοιπόν, να απαιτείται λόγω της απώλειας, να «ψοφήσει» κάθε ένας που σχετίζεται έμμεσα και θεωρητικά με την πολιτική ταυτότητα του δράστη ή αν οι διάφοροι μάρτυρες παρουσιάζουν τα γεγονότα κάτω από μια διαφορετική προοπτική και όχι βάσει αυτής που εδώ και δυο έτη υφαίνονταν και καλλιεργούνταν από τα κατάπτυστα ΜΜΕ και από μια ομάδα δικαστικών που εκτελούσε κατά γράμμα τις εντολές ενός άθλιου πρωθυπουργού, να προπηλακίζονται λεκτικά και να αμφισβητείται η εγκυρότητα των λόγων τους.
Σαφώς είναι θλιβερός και αποτρόπαιος ο χαμός ενός νέου ανθρώπου, που δολοφονήθηκε σε μια συμπλοκή, σαφώς και είναι σπαρακτική η εικόνα μιας χαροκαμένης μάνας, αλλά εξίσου τραγική είναι και η δολοφονία δυο νέων παιδιών που κάποιος στυγνός και ανηλεής δολοφόνος που και αυτός ανήκει σ’ ένα ιδεολογικό χώρο, εν ψυχρώ τους τίναξε τα μυαλά στον αέρα. Σαφώς τραγικές και σπαρακτικές φιγούρες, είναι οι εικόνες των γονιών και των στενών συγγενών τους, οι οποίοι υπομένουν βουβά το μαρτύριο τους, εμπαιζόμενοι από μια δόλια πολιτεία που προσπαθεί παντοιοτρόπως να συγκαλύψει το έγκλημα, χωρίς να έχουν βγει στους δρόμους ζητώντας τον αφανισμό των ομοϊδεατών του δολοφόνου, ούτε μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων να απαιτούν συνολική καταδίκη, ανάγοντας την προσωπική τους απώλεια, σε αποδεικτικό στοιχείο και μαρτυρία.
Σε αυτή τη Χώρα ακόμη υπάρχουν δικαστήρια και ακολουθείται μια συγκεκριμένη διαδικασία, προκειμένου να διαλευκανθεί η αλήθεια και να υπάρξει ανάλογος κολασμός του θύτη. Δεν εφαρμόζεται το Σταλινικό δικαστικό σύστημα, που μόνο η απαγγελία κατηγορίας, αρκούσε για την καταδίκη.
Τέλος ας αναλογιστούμε το εξής: Αν υπάρχει έκρηξη οργής, ύβρεις και κατάρες από τους οικείους του δολοφονηθέντος, όταν κάποιοι από τους κατηγορούμενους μειδιάσουν, τότε τι θα έπρεπε να κάνουν οι γονείς των δυο παιδιών, που άκουγαν μια συμμορία ελεεινών και τρισάθλιων να φωνάζουν στη μέση του δρόμου την επομένη της δολοφονίας των παιδιών τους, «….. δεν φθάνουν μόνο δυο, όλοι οι Ναζί στο νεκροτομείο».
Αντικειμενικά, είναι το πώς έχει ο καθένας το σθένος και την ικανότητα να διαχειρίζεται τον πόνο του για την απώλεια, που έγινε κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου